Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Η Χαρακτική του Σερχάτ

Το έργο του Σερχάτ έρχεται για μια ακόμη φορά να πιστοποιήσει ότι η μετανάστευση είναι πρώτα απ’ όλα υπόθεση εσωτερική. Εμπεριέχει το αμετάκλητο ενός παρελθόντος , όταν ξεκληρίζεται ο οικογενειακός και κοινωνικός ιστός και ο εγκλιματισμός σε μια άλλη χώρα, μια χώρα υποδοχής, δίνει δυνατότητες αναδιαπραγμάτευσης για να μη χαθούν οι μνήμες.

Έξω από τα «τείχη» της διάστασης ενός τόπου, όπου καθένας γεννιέται και γαλουχείται , όταν οι συνθήκες συνωμοτούν αρνητικά, κατοχυρώνονται κατευθύνσεις συναισθημάτων και πράξεων, περιφρουρούμενες παντοιοτρόπως. Πολλαπλασιάζονται οι βιωματικές μνήμες, περιχαρακώνονται μορφές και τόποι, ήθη και έθιμα, ιστορία και παιδεία και συσπειρώνονται σ’ ένα ευρύ νοητικό πλαίσιο, χωρίς ιδεοληψίες, παρά ως ένα συνειδησιακό χρέος, ως μια εθνική πλέον εκκρεμότητα.

Και ο Σερχάτ, πολιτικός πρόσφυγας από το Κουρδιστάν, έρχεται με τη ζωγραφική του, κυρίως, όμως, με τη χαρακτική του να καλύψει όλα όσα δεν έχουν γίνει κατανοητά ή δεν έχουν ειπωθεί για την πατρίδα και τους δικούς του ανθρώπους.

Τύχη αγαθή ή καλλιτεχνική του έφεση. Μια προσβάσιμη είσοδος για τη φοίτησή του στη Σ.Κ.Τ. της Θεσσαλονίκης , όπου εγκαταστάθηκε, από το 1985, στα εικοσιένα του χρόνια, ως πολιτικός φυγάς.

Στην αγεφύρωτη απόσταση με την πατρίδα του, το κέλυφος της Σχολής στάθηκε ο κατάλληλος χώρος, που του έδωσε δυνατότητες να μυηθεί στα μέσα εκείνα, με τα οποία άρχισε να περιγράφει την αποξένωση, την τραγικότητα του εμποδισμένου ορίζοντα, θέτοντας πίσω από τις εικόνες αιχμές μιας πολιτισμικής ιστορίας και μιας τοπολογίας αντιμέτωπης μ’ ένα άλυτο, τραγικό κενό.

Με μεθοδικότητα και με τη νοσταλγία ενός απροσπέλαστου παρελθόντος θα επιδοθεί σε μια συστηματοποιημένη χαρτογράφηση μνήμης, χωρίς πληθωριστικές υπερβολές.
Λιτά, κι αυτό όχι άκριτα, κάνοντας οικονομία στις χειρονομίες του, θα αναδείξει όσα εκείνος έκρινε σημαντικά, με μία αισθητική τρυφερότητα, που τρέφεται υπόκωφα από νοήματα και συμβολισμούς.

Για όσους ζουν πολύ καιρό μακριά από τον τόπο τους και βλέπουν το χρόνο να κυλά ανελέητα, η δύναμη της εικόνας δεν επιτρέπει τη λήθη. Και ο Σερχάτ, χωρίς μυθοποιητικές εξιστορήσεις, γνωρίζει να αφηγείται ενθυμήσεις, που τριβελίζουν αντί να σιωπούν. Με συστηματικότητα ξυπνά συνειδήσεις, προβάλλει εκκρεμότητες, δρα ενεργά στην προσέγγιση ενός προβλήματος.

Ο τρόπος με τον οποίο ανατρέχει σε πηγές της πατρίδας του καταχωρείται σχηματικά, ελέγχεται αισθητικά, διαπραγματεύεται χρωματικά, έτσι, ώστε καθένα από τα έργα του να αντιμετωπίζεται ως παρελθοντική, προσωπική ενθύμηση, ως η ιστορική εκείνη εικόνα μιας μακρινής πραγματικότητας που έχει χλομιάσει, χωρίς να χάσει τίποτα από τα χαρακτηριστικά της.

Κι αν η ύπαιθρος και τα κτίρια καταγράφονται έρημα, για το Σερχάτ παραμένουν ζωντανά από τις ψυχές των ανθρώπων, που αναγκάστηκαν να τα αποχωριστούν.

Η αποτύπωσή τους προκαλεί μια ιδιάζουσα, ιστορική αφύπνιση, συμπυκνώνει αναφορές προσωπικής βίωσης, ενδύεται μια δραματουργία ανεπαίσθητα θορυβώδη, για να προβάλλει το κραυγαλέο γεγονός της καταπατημένης γης.

Μολονότι το πρώτο πτυχίο του από την Α. Σ. Κ. Τ. ήταν στη ζωγραφική (1987-1992), στα εργαστήρια του Κοντού και του Δημητρέα, η επαφή του με τη χαρακτική, πολύ πριν αποφασίσει να ακολουθήσει την κατεύθυνσή της, σπουδάζοντάς την στην Α. Σ. Κ. Τ., κοντά στον Ξενή Σαχίνη (2001-2007), του αποκάλυψε φορμαλιστικές πράξεις, πριμοδοτικές στις εννοιολογικές του συλλήψεις.

Στα πρώτα, γνωστά χαρακτικά του, φτιαγμένα κατά την περίοδο 1993-2000,-μορφές, γνώριμες για εκείνον, γεμάτες θλίψη, με κουρδική φορεσιά, τριγυρισμένες από σύμβολα, κούρδισες μάνες με παιδιά στην αγκαλιά, δέντρα συγκροτημένα με παλάμες, ορθωμένες σε ικεσία, έρημα χωριά, άγονα τοπία,-συμπυκνώνεται μια τραγικά βιωμένη πραγματικότητα, την οποία επιτείνει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, το άσπρο με το μαύρο χρώμα, το οποίο, έντεχνα αναμειγμένο με καφέ, ελαφρύνει ανεπαίσθητα το πάγωμα της εικόνας.

Από το 2001 που ξεκινά συστηματικά μαθήματα χαρακτικής, περισσότερο απελευθερωμένος, εναρμονίζει στα θέματα που πραγματεύεται γραφές και χαρακτήρες, στοιχεία αλληλένδετα με έμμεσες αναφορές στο πρόβλημα που τον ταλανίζει.

Το άσπρο με το ιδιάζον μαύρο, το αφηρημένο και το ρεαλιστικό, ως σκηνικά συνηγορούν τον πρώτο καιρό στην αισθητικοποίηση της σκέψης του και οι τίτλοι, όπως «Πρόβλημα», «Πύργος της Σιωπής», «4=1», «Οι πρόσφυγες στη Μεσόγειο», επιτρέπουν μια ενιαία πρόσβαση στο έργο του και την κατανόησή του.

Σταδιακά, χρώματα προσεκτικά διαλεγμένα νοηματοδοτούν και επιτείνουν το συμβολισμό των εικόνων. Έργα όπως κλασικά πορτρέτα κούρδων πνευματικών δημιουργών, όπως ο λογοτέχνης «Celadet A. Bedirxan», με κείμενό του να διατρέχει τη μορφή του, «Ο Βυθός» σε παραλλαγές με σημασιολογικές προβολές και θέματα καταγγελτικά μιας πολιτικής με τραγικές επιπτώσεις σε λαούς ανήμπορους να αντιταχθούν, - «Κουρδιστάν, Τσετσενία, Θιβέτ», «Πρόσφυγες» -, όπου τα συρματοπλέγματα στο πρώτο και τα παρατεταγμένα και εμπλεκόμενα πρόσωπα στο δεύτερο, επιστρεφόμενα με σταυρικά σύμβολα, εξειδικεύουν το έργο του μέσα στον εικαστικό λόγο της εποχής και της τέχνης.

Οι αναφορές αυτές του Σερχάτ αποτελούν σημείο ιστορικής συνείδησης, προβάλλουν και διεθνοποιούν διεργασίες γεγονότων αδιάψευστων και επικαλούνται την αναγνώρισή τους.

Με χρώματα θερμά και ψυχρά εντατικοποιούνται οι προθέσεις προβολής τους και στις περιπτώσεις αφηρημένων σχεδιασμών έρχονται οι τίτλοι - «Επιχειρήσεις Enfal», «Αντιπαράθεση», «Σύμπλευση», «Καλαμιά» - να υποδηλώνουν ότι η ψευδαίσθηση της εικόνας υποκρύπτει και πάλι αναφορές σ’ ένα νοητικό χώρο τόπων και πολιτικής διάστασής του.

Οι υπαινικτικές προβολές, γίνονται περισσότερο εύγλωττες σε συνθέσεις που συνομιλούν με νοσταλγικές, έως και ρομαντικές εικονοποιήσεις και η ανάγνωσή τους αποκρυπτογραφείται σε κάποιες περιπτώσεις και πάλι, από τους τίτλους, όπως «Αιχμαλωσία», ενώ τα πουλιά «Γερανοί», με το στοιχισμένο πέταγμά τους έρχονται να δηλώσουν τη μετοίκηση, τη μετανάστευση στην ανερμάτιστη ελευθερία.

Ο Σερχάτ δεν απομακρύνεται από το πρόβλημα της πατρίδας του. Με κάθε τρόπο περιχαρακώνει τον τόπο και το ευρύτερο νόημά του και όταν η πληγή γίνεται εντονότερη τον επαναπροσδιορίζει με τη δομική του διάσταση – ακατοίκητες πόλεις - , τη φυσική του γεωγραφική σύσταση, τη βλαστοφορία του, με δείγματα αναγέννησης της διπλά στη γερμένη από έλλειψη ζωής. ( «Πόλη 1», « Πόλη 2», «Πόλη 3», «Λίμνη της Wan», «Αναγέννηση»).

Σύμφυτες οι εικόνες αυτές με το βαθύ καφέ και τις ώχρες σφραγίζουν το μέλημά του να διατηρηθεί η μνήμη και το βίωμα στη διάσταση του χρόνου.

Στη σειρά με τον τίτλο «Αυτοδιάθεση», 2005-2006, το θέαμα με τις μαύρες, ραδινές φιγούρες οικογενειών που πορεύονται στο άγνωστο, εμφανίζεται με καθαρότητα και κυριολεξία ο βεβιασμένος εκπατρισμός. Η ένταση της ανάμνησης φέρνει αντιμέτωπο το θεατή με ένα πρόβλημα ανοιχτό, καταχωρημένο με εννοιολογικές συλλήψεις, σκληρό και ξεκάθαρο, αποκρυσταλλωμένο. Και ο γερανός που ίπταται συνοδευτικά, δοσμένος με χρώματα αλληγορικά και αισιόδοξα – ανοιχτοπράσινα, πορτοκαλί - , μέσα από τους καφέ και ώχρινους ημικυκλικούς σχηματισμούς, γίνεται η προστατευτική δύναμη και η ελπίδα ότι το νομαδικό ταξίδι θα είναι ελπιδοφόρο, παρά την αγεφύρωτη απόσταση από τους προσωπικούς πόθους και την πληγωμένη, κοινωνική εγκατάλειψη.

Το βαθύτερο αίτημα του Σερχάτ, όπως φαίνεται από την εξελικτική πορεία, είναι να προσδιορίσει μια αντικειμενική πραγματικότητα, άλλοτε δυσδιάκριτα και άλλοτε με μια ευκρίνεια εναργή, στοχεύοντας στην έκθεση ενός ανοιχτού αιτήματος. Η αυξημένη αναφορικότητά του στην προοδευτική χρήση νέων τεχνικών χάραξης, - οξυγραφία, ακουατίντα, κολλαγραφία, ξυλογραφία, λινόλεουμ, πλεξιγκλάς, μικτή τεχνική – εικονογραφικών τύπων και χρωματικών επιλογών, ακόμα και όταν οι μορφές μοιάζουν με διπλωμένες καρικατούρες εγκλωβισμένες μέσα σε κιβωτιόσχημους χώρους, δηλωμένους με περιγράμματα και χρώματα εκρηκτικά, δεν παύει να λειτουργεί ως διαμαρτυρία στέρησης ελευθεριών, απόρροια μιας συνθλιπτικής, πολιτικής πραγματικότητας.

Ο εναλλασσόμενος χώρος – παραλληλόγραμμα, τετράγωνα, τόντο -, στον οποίο αναπτύσσεται η αφηγηματική, με εσωτερική συνοχή, ουσιαστικά δομή των έργων του, είναι τα πεδία όπου η τρυφερή και μελαγχολική ματιά του καλλιτέχνη ακουμπά πεισματικά, συνεχίζοντας έναν πολυετή διάλογο με έναν κόσμο που έχει ακούσια στερηθεί, χωρίς να παύει να μεριμνά γι αυτόν, με τα πρόσφορα μέσα της τέχνης του.

Έλλη Κοκκίνη Καπλάνη
Ιστορικός Κριτικός Τέχνης
Από το κατάλογο του “Serhad Bapir, Αναδρομική Έκθεση Χαρακτικής”, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια: